ΣΥΡΙΖΑ ΛΕΣΒΟΥ

29 Δεκ 2008

Περί βίας: οι απόψεις του Ε. Χομπσμπάουμ


Καλύτερα λοιπόν να κατανοήσουμε τις κοινωνικές χρήσεις της βίας, να μάθουμε άλλη μια φορά να διακρίνουμε τους διάφορους τύπους της βίαιης δραστηριότητας και, πάνω απ' όλα, να φτιάξουμε ή να ξαναφτιάξουμε συστηματικούς κανόνες γι' αυτήν. Τίποτα δεν είναι δυσκολότερο, για ανθρώπους γαλουχημένους μέσα σε μια φιλελεύθερη κουλτούρα, από την πεποίθησή της ότι κάθε βία είναι χειρότερη από τη μη βία σε κάθε κανονικές συνθήκες.


Η λέξη με τα τρία γράμματα έχει την τιμητική της τις τελευταίες μέρες, ωστόσο η συχνότητα με την οποία ακούγεται είναι ευθέως ανάλογη της ασάφειάς της. Η προσέγγιση απέναντι στη βία κυμαίνεται από προσεγγίσεις που τη δικαιολογούν και την ερμηνεύουν, έως την απόλυτη αποδοκιμασία. Στη βάση όλων των προσεγγίσεων βρίσκεται ένα κοινό υπόβαθρο: η υιοθέτηση ηθικών προτύπων που πηγάζουν από τις αξίες του φιλελευθερισμού. Ο Έρικ Χομπσμπάουμ είναι, ως γνωστόν, ένας πολυγραφότατος διανοητής, η σκέψη του οποίου υπερβαίνει τα αυτονόητα. Η θέση του περί επαναπροσέγγισης της βίας ως κοινωνικού φαινομένου έχει ενδιαφέρον σήμερα, που όλοι αναμασάμε γνωστά επιχειρήματα τα οποία εφορμούν από ηθική αφετηρία.
Αφετηρία της σκέψης του Χομπσμπάουμ αποτελεί η παραδοχή ότι, αν δεν ξεκινήσουμε να κάνουμε διακρίσεις μεταξύ των βίαιων συμπεριφορών, δεν θα κατορθώσουμε να τις θέσουμε σε ορθολογικό πλαίσιο και να τις περιορίσουμε εντάσσοντάς τες σε διαδικασίες κοινωνικής μάθησης: "Είναι καιρός να κάνουμε συστηματικότερη αυτή τη διαδικασία εκμάθησης, κατανοώντας τις κοινωνικές χρήσεις της βίας. Μπορεί να νομίζουμε ότι κάθε βία είναι χειρότερη από τη μη βία, σε κανονικές συνθήκες. Πλην όμως, το χειρότερο είδος βίας είναι αυτή που γίνεται ανεξέλεγκτη". Παραθέτω, στη συνέχεια --τροφή για σκέψη περί βίας-- ορισμένα αποσπάσματα από το άρθρο του Χομπσμπάουμ με τίτλο "Οι κανόνες της βίας", τα οποία συνηγορούν στο ότι η έκφραση-καραμέλα "Καταδικάστε τη βία από όπου και αν προέρχεται" είναι τόσο γενικευτική που, στην πραγματικότητα, δεν χρησιμεύει σε τίποτα.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό New Society το 1969 και περιλαμβάνεται στον τόμο με κείμενα του Eric Hobsbawm Επαναστάτες που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, από τις εκδόσεις Θεμέλιο, σε μετάφραση Πάρι Μπουρλάκη (Το ίδιο κείμενο περιλαμβάνεται και στο E. Hobsbawm Ξεχωριστοί άνθρωποι: αντίσταση, εξέγερση και τζαζ, μετ. Παρασκευάς Ματάλας, Θεμέλιο, Αθήνα 2001).

Δώρα Κοτσακά-Καλαϊτζιδάκη

Oι κανόνες της βίας

Του Ερικ Χομπσμπαουμ

[...] Οι κυρίαρχες ιδέες του φιλελευθερισμού δεν κάνουν διόλου ευκολότερα τα πράγματα [όσον αφορά την κατανόηση του φαινομένου της βίας], εφόσον δέχονται εκ προοιμίου έναν ολότελα εξωπραγματικό διαχωρισμό ανάμεσα στη "βία" ή το "σωματικό εξαναγκασμό" (πράγμα κακό και οπισθοδρομικό), από τη μία, και, από την άλλη, στη "μη βία" ή τον "ηθικό εξαναγκασμό" (πράγμα καλό και τέκνο της προόδου). Φυσικά τα συμμεριζόμαστε αυτά, όπως και άλλες παιδαγωγικές απλουστεύσεις, εφόσον αποτρέπουν τους ανθρώπους από το να βαράνε κατακέφαλα ο ένας τον άλλο, και την αποφυγή αυτών των πραγμάτων την επικροτεί κάθε υγιής και πολιτισμένος άνθρωπος. Πλην όμως, όπως συμβαίνει και με το άλλο γέννημα της φιλελεύθερης ηθικής, την πρόταση ότι "ο εξαναγκασμός δεν λύνει τίποτε", από ένα σημείο και έπειτα η ενθάρρυνση του καλού γίνεται ασύμβατη με την κατανόηση της πραγματικότητας -- δηλαδή με το να παρέχουμε τις βάσεις για να ενθαρρύνεται το καλό.

Τούτο, γιατί αυτό που πρέπει να συλλάβουμε για τη βία ως κοινωνικό φαινόμενο είναι ότι δεν υπάρχει ένα μόνο είδος βίας. Υπάρχουν πράξεις με διαφορετικό βαθμό βιαιότητας, και αυτό συνεπάγεται διαφορετικό ποιόν της βίας κάθε φορά. Όλα τα αγροτικά κινήματα είναι εκδηλώσεις καθαρά σωματικού εξαναγκασμού, αλλά κάποια υπήρξαν ασυνήθιστα φειδωλά στο να χύνουν αίμα, ενώ άλλα εξελίσσονται σε σφαγές, γιατί ο χαρακτήρας και οι σκοποί τους διαφέρουν [...].

Είναι εντελώς άχρηστο να αντιμετωπίζουμε αυτούς τους διαφορετικούς τύπους και βαθμούς βίαιης πράξης ως απαράλλαχτους ουσιαστικά, παρεκτός αν το βλέπουμε ως νομική δικαιολογία για την καταστολή ή ως θέμα σε αγώνες επιχειρηματολογίας, "να μην υποκύπτεις ποτέ στη βία". Όμως, πράξεις με τον ίδιο βαθμό βιαιότητας ενδέχεται να διαφέρουν πάρα πολύ ως προς τη νομιμοποίηση ή τη δικαιολόγησή τους, τουλάχιστον κατά την κοινή γνώμη. Ο μεγάλος καλαβρός ληστής Μουσολίνο, όταν του ζήτησαν να ορίσει τη λέξη "κακό", είπε πως σημαίνει "να σκοτώνεις τους χριστιανούς χωρίς να 'χεις πολύ σοβαρό λόγο".

Οι πραγματικά βίαιες κοινωνίες έχουν πάντοτε πλήρη επίγνωση αυτών των "κανόνων" ακριβώς γιατί η ιδιωτική βία είναι ουσιαστική για την καθημερινή λειτουργία τους. [...] Στην ορεινή Σαρδηνία [...] τα μέλη αντιμαχόμενων οικογενειών που έχουν αποδυθεί σε αλληλοσφαγή θα φρίξουν πραγματικά, αν από κάποια κακοτυχία σκοτωθεί κάποιος παριστάμενος ή κάποιος εκτός του κύκλου. [...] Γιατί λόγου χάρη οι υπέρμαχοι της κατάργησής της θανατικής ποινής, που προφανώς πιστεύουν πως κάθε εκτέλεση είναι απευκταία, να βασίζουν τόσο πολύ την εκστρατεία τους στο επιχείρημα ότι η θανατική ποινή ενίοτε σκοτώνει αθώους [αν όχι επειδή] η θανάτωση ενός "αθώου" προκαλεί ποιοτικά διαφορετική αντίδραση απ' ό,τι η θανάτωση του "ενόχου".

Στις κοινωνίες όπου η βία δεν παίζει πια και μεγάλο ρόλο στη ρύθμιση των καθημερινών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και των ομάδων ή η βία έχει γίνει απρόσωπη, ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους είναι ότι αυτές παύουν να αντιλαμβάνονται τέτοιες διακρίσεις. Έτσι διαλύουν ορισμένους κοινωνικούς μηχανισμούς που ελέγχουν τη χρήση του σωματικού εξαναγκασμού [...].

[Σήμερα] η νευρικότητα και η σύγχυση των δημόσιων αρχών, η αναβίωση των φυλακών ασφαλείας από ιδιωτικές επιχειρήσεις και κινημάτων από αυτόκλητους προστάτες της τάξης είναι ικανό τεκμήριο. Από μια άποψη έχουν οδηγήσει σε μια ορισμένη εκ νέου ανακάλυψη της ελεγχόμενης βίας, όπως με την επιστροφή τόσο πολλών αστυνομικών δυνάμεων σε έναν περίεργο μεσαιωνισμό --κράνη, ασπίδες, θώρακες και πάει λέγοντας-- και με την εξέλιξη των διάφορων προσωρινά παραλυτικών αερίων, των ελαστικών σφαιρών κ.λπ.· αυτά που απηχούν όλα τη συνετή άποψη υπάρχουν βαθμοί αναγκαίας ή επιθυμητής βίας μέσα σε μια κοινωνία [...].

Η παραδοσιακή βία υποθέτει ότι ο σωματικός εξαναγκασμός πρέπει να χρησιμοποιείται εφόσον καμία άλλη μέθοδος δεν είναι διαθέσιμη ή αποτελεσματική, και επομένως οι βίαιες πράξεις έχουν σκοπό συγκεκριμένο και εξακριβώσιμο, η δε χρήση εξαναγκασμού είναι ανάλογη με το σκοπό αυτόν. Όμως μεγάλο μέρος της σύγχρονης ιδιωτικής βίας μπορεί άνετα να είναι --και είναι-- μη λειτουργική, και ως εκ τούτου η δημόσια βία παρασύρεται σε τυφλή δράση.

Απέναντι στους πραγματικά μεγάλους και θεσμοθετημένους φορείς του εξαναγκασμού, είτε αυτοί κρατούν τη βιαιότητά τους σε εφεδρεία είτε όχι, η ιδιωτική βία ούτε χρειάζεται να καταφέρει πολλά, ούτε μπορεί. Όταν επομένως εμφανίζεται, τείνει να μετατρέπεται από πράξη σε υποκατάστατο πράξης. [...] για τους αποπροσανατολισμένους περιθωριακούς, για τους αδύναμους και ανυπεράσπιστους φτωχούς, η βία και η ωμότητα --ενίοτε με την άκρως αναποτελεσματική και προσωποποιημένη σεξουαλική μορφή-- είναι το υποκατάστατο της ιδιωτικής επιτυχίας και της κοινωνικής εξουσίας.


[...] Η συμβατική σοφία των φιλελεύθερων ιδεών είναι εντελώς ανίκανη να αντιμετωπίσει, έστω και νοερά [καταστάσεις κοινωνικής έντασης και κατάρρευσης∙ εξ ου και η τάση για υποτροπή σε μια ενστικτώδη συντηρητική αντίδραση, που δεν είναι παρά η άλλη όψη της διασάλευσης της τάξης, την οποία επιδιώκει να τιθασεύσει [...].

Όσοι πιστεύουν ότι επί της αρχής κάθε βία είναι κακή, στη πράξη δεν μπορούν να κάνουν καμία συστηματική διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικά είδη βίας, ή να αναγνωρίσουν τα αποτελέσματά τους ούτε σε εκείνους που την υφίστανται, ούτε σε εκείνους που την ασκούν. Το μόνο που είναι πιθανόν να δημιουργήσουν, από αντίδραση, είναι άνδρες και γυναίκες που να θεωρούν κάθε βία καλή, είτε από συντηρητική είτε από επαναστατική άποψη, δηλαδή που να αναγνωρίζουν την υποκειμενική ψυχολογική ανακούφιση που προσφέρει η βία, χωρίς καν μνεία της αποτελεσματικότητάς της. [...] Ο φιλελευθερισμός δεν κάνει καμία διάκριση ανάμεσα στη διδασκαλία των ηπιότερων μορφών του τζούντο και στη διδασκαλία των δυνάμει φονικότερων μορφών του καράτε, ενώ αντίθετα η ιαπωνική παράδοση έχει πλήρη επίγνωση του ότι αυτές προορίζονται να τις μαθαίνουν μόνο όποιοι έχουν επαρκή κρίση και ηθική αγωγή, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν τη δύναμη για να σκοτώσουν υπεύθυνα. [...]

Καλύτερα λοιπόν να κατανοήσουμε τις κοινωνικές χρήσεις της βίας, να μάθουμε άλλη μια φορά να διακρίνουμε τους διάφορους τύπους της βίαιης δραστηριότητας και, πάνω απ' όλα, να φτιάξουμε ή να ξαναφτιάξουμε συστηματικούς κανόνες γι' αυτήν. Τίποτα δεν είναι δυσκολότερο, για ανθρώπους γαλουχημένους μέσα σε μια φιλελεύθερη κουλτούρα, από την πεποίθησή της ότι κάθε βία είναι χειρότερη από τη μη βία σε κάθε κανονικές συνθήκες. Ασφαλώς και είναι χειρότερη, αλλά δυστυχώς αυτή η αφηρημένη ηθική γενίκευση δεν δίνει καμία καθοδήγηση για τα πρακτικά προβλήματα της βίας στην κοινωνία μας. Ό,τι άλλοτε ήταν χρήσιμη αρχή κοινωνικής βελτίωσης ("να λύνετε τις διαφορές σας ειρηνικά και όχι με πόλεμο", "ο αυτοσεβασμός δεν απαιτεί αιματοχυσία" κ.ο.κ.) μετατρέπεται απλώς σε ρητορεία, ένθεν και κακείθεν. Αφήνει το αυξανόμενο πεδίο της ανθρώπινης ζωής όπου λαμβάνει χώρα η βία δίχως κανόνες και, παραδόξως, χωρίς καν εφαρμόσιμες ηθικές αρχές.

Από την Αυγή

Ετικέτες ,

2 σχόλια:

Ο χρήστης Blogger Σπίθας είπε...

Εξαιρετικό κείμενο !
Πολλοί θα πρέπει να το μελετήσουμε, αν θέλουμε πραγματικά να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα και τα προβλήματα που τα προκάλεσαν. Μετά να δούμε και πως θα επιλυθούν. Γιατί με παλιές αντιλήψεις δεν επιλύοντια τα σύγχρονα νέα συστημικά κοινωνικά προβλήματα.
Καλή χρονιά!!

3 Ιανουαρίου 2009 - 10:53 μ.μ.  
Ο χρήστης Anonymous Ανώνυμος είπε...

Η βία, η αντιβία και η θεωρία των άκρων.

Τελευταία, οι πολιτικοί υπηρέτες του καπιταλισμού κάνουν μια λυσσώδη προσπάθεια για εξομοίωση και ταύτιση της ακροδεξιάς, ναζιστικής, φασιστικής, εθνικιστικής βίας των αδελφών τους, εκ μητρός Στυγός, με τις όποιες δυναμικές κινητοποιήσεις και ενέργειες της επαναστατικής Αριστεράς. Έτσι, οι ίδιοι θέλουν να τοποθετηθούν στην κοινωνική συνείδηση γενικά και αόριστα, σε έναν ανύπαρκτο ενδιάμεσο χώρο του «ολίγον έγκυος». Για να το πετύχουν αυτό ταυτίζουν πρώτα τις έννοιες της βίας και της αντιβίας και μετά πετάνε το εγκληματικά υποκριτικό: «Εμείς είμαστε ενάντια στην βία από όπου και αν προέρχεται ή καταδικάζουμε τη βία από όπου και αν προέρχεται».

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι π.χ. ιστορικά, είναι κατά της «βίαιης» συμπεριφοράς του Καραϊσκάκη ενάντια στον Τούρκο κατακτητή, της Εθνικής Αντίστασης στη γερμανική κατοχή ή και σήμερα θα είναι ενάντια στο υποψήφιο θύμα βιασμού, για την κλωτσιά που θα ρίξει στους όρχεις του θύτη βιαστή. Ταυτόχρονα, δεν θεωρούν βία το να κατάσχουν το σπίτι στον άνεργο που δεν μπορεί να πληρώσει τα χαράτσια.

Τώρα ας δούμε την πραγματικότητα, έχοντας κατά νου το παράδειγμα της κλωτσιάς που θα ρίξει ένα θύμα βιασμού για να αποφύγει το βιαστή του. Η κάθε δυναμική ή μη δυναμική συμπεριφορά που αντιτάσσεται στη βία είναι βία; Πρέπει να την αποκαλούμε βία ή αντιβία; Και από τη στιγμή που υπάρχει η βία ως υπαρκτή διάσταση, μπορεί κάποιος να είναι ενάντια και στην αντιβία; Μπορεί να τοποθετηθεί σε ένα ενδιάμεσο χώρο -της απάθειας- και να καταδικάζει και τις δύο συμπεριφορές ή καταδικάζοντας και τις δύο συμπεριφορές παίρνει ουσιαστικά και πρακτικά το μέρος της βίας, αφού αφήνει ανεμπόδιστη την πρακτική εκδήλωση της;...

Όλο το αρθρο στο bezedakos.blogspot.com

24 Μαρτίου 2013 - 9:43 π.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα